Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκραμ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκραμ < αγγλική gram < δανική Hans Christian Gram

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γκραμ ουδέτερο άκλιτο

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]