γκραμ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γκραμ < αγγλική gram < δανική Hans Christian Gram
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γκραμ ουδέτερο άκλιτο
- (βιολογία, ιατρική) όρος που δηλώνει την ιδιότητα των βακτηρίων να συγκρατούν ή όχι το αρχικό μοβ χρώμα της χρώσης κατά Gram, ιδιότητα που χρησιμοποιείται για τη βασική ταξινόμησή τους σε gram θετικά και gram αρνητικά
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- γκραμ αρνητικός ή αρνητικός κατά γκραμ: (βιολογία, ιατρική) βακτηριακός τύπος που, κατά τη χρώση κατά Gram, αποχρωματίζεται μετά το οργανικό διάλυμα και τελικά προσλαμβάνει τη δεύτερη χρωστική, εμφανίζοντας κόκκινο χρώμα
- γκραμ θετικός ή θετικός κατά γκραμ: (βιολογία, ιατρική) βακτηριακός τύπος που, στη χρώση κατά γκραμ, συγκρατεί το αρχικό μοβ χρώμα, επειδή δεν αποχρωματίζεται από το οργανικό διάλυμα, οπότε παραμένει ιώδης
- χρώση (κατά) γκραμ ή (κατά) γκραμ χρώση: (βιολογία, ιατρική) εργαστηριακή διαδικασία με την οποία βακτήρια σε ιστούς ή υγρά χρωματίζονται αρχικά μοβ και, μετά την εφαρμογή αποχρωματιστικού και δεύτερης χρωστικής, είτε παραμένουν μοβ είτε γίνονται κόκκινα, επιτρέποντας τη διάκριση μεταξύ γκραμ θετικών και γκραμ αρνητικών τύπων
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Gram-positive bacteria στην αγγλική Βικιπαίδεια

-
Gram-negative bacteria στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γκραμ αρνητικός
γκραμ θετικός
χρώση (κατά) γκραμ
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα δανικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)