γκρεμίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκρεμίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος γκρεμίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

γκρεμίζομαι

  1. με γκρεμίζουν ή γκρεμίζομαι μόνος μου, καταβαραθρώνομαι
    τα κτίρια γκρεμίστηκαν με ελεγχόμενες εκρήξεις
    τα όνειρα χιλιάδων παιδιών γκρεμίστηκαν με τη χρεωκοπία

Κλίση[επεξεργασία]

γκρεμίζω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]