Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκρεμίζομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκρεμίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος γκρεμίζω

γκρεμίζομαι

 δείτε την κλίση στο γκρεμίζω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]