γκριζόλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | γκριζόλα | οι | γκριζόλες |
| γενική | της | γκριζόλας | — | |
| αιτιατική | την | γκριζόλα | τις | γκριζόλες |
| κλητική | γκριζόλα | γκριζόλες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /gɾiˈzo.la/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γκρι‐ζό‐λα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γκριζόλα θηλυκό
- (ναυτικός όρος) η πυξιδοθήκη
- ※ Τὸ πρόσωπο τοῦ Γαβρίλη, κατὰ πὼς κάθεται στὴν γκριζόλα καὶ ράβει, εἶναι τόσο ἥμερο! Τὸ ξανθό του μοῦτρο. Σχεδὸν παιδί.
- ⌘ Ηλίας Βενέζης, Ωκεανός, [μυθιστόρημα], αρχική δημοσίευση: (1956), εκδόσεις: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου.
- ※ Τὸ πρόσωπο τοῦ Γαβρίλη, κατὰ πὼς κάθεται στὴν γκριζόλα καὶ ράβει, εἶναι τόσο ἥμερο! Τὸ ξανθό του μοῦτρο. Σχεδὸν παιδί.
- (ναυτικός όρος) χώρος αποθήκευσης αντικειμένων στην πλώρη ενός πλοίου
- (μεταφορικά, μειωτικό) χαρακτηρισμός ατημέλητης γυναίκας
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γκριζόλα
|
→ δείτε τη λέξη πυξιδοθήκη |
Πηγές
[επεξεργασία]- γκριζόλα σελ.1629 - ⌘ Δημήτριος Β. Δημητράκος (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)
- γκριζόλα / γκριζόλα@TLG - ⌘ Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (1933‑2022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)
- γκριζόλα - Άννα Αναστασιάδη - Συμεωνίδη (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μαλτέζικα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)