Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκριζόλα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γκριζόλα οι γκριζόλες
      γενική της γκριζόλας
    αιτιατική την γκριζόλα τις γκριζόλες
     κλητική γκριζόλα γκριζόλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκριζόλα < βενετική grisiola / μαλτέζικη gisiola

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /gɾiˈzo.la/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γκριζόλα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γκριζόλα θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) η πυξιδοθήκη
      Τὸ πρόσωπο τοῦ Γαβρίλη, κατὰ πὼς κάθεται στὴν γκριζόλα καὶ ράβει, εἶναι τόσο ἥμερο! Τὸ ξανθό του μοῦτρο. Σχεδὸν παιδί.
    Ηλίας Βενέζης, Ωκεανός, [μυθιστόρημα], αρχική δημοσίευση: (1956), εκδόσεις: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου.
  2. (ναυτικός όρος) χώρος αποθήκευσης αντικειμένων στην πλώρη ενός πλοίου
  3. (μεταφορικά, μειωτικό) χαρακτηρισμός ατημέλητης γυναίκας
     συνώνυμα: αλατοσακκούλα, κατουροποδιά, ψαροκασέλα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]