γκρουπάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκρουπάρω < γκρουπ + -άρω < γαλλική groupe < ιταλική gruppo < δημώδης λατινική *gruppo < φραγκικά *kruppa < πρωτογερμανική *kruppaz < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *grewb- < *ger- (γυρίζω, στρέφω)

Ρήμα[επεξεργασία]

γκρουπάρω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]