γκρουπούσκουλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκρουπούσκουλο < από το γαλλικό όρο groupuscules

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκρουπούσκουλο ουδέτερο

  1. μικρή ομάδα
  2. Στην πολιτική, υπάρχει μια τάση πολλαπλασιασμού των ακραίων αριστερών και δεξιών παρατάξεων σε μικρές ομάδες, συχνά γνωστές από το γαλλικό όρο "groupuscules". Χαρακτηρίζονται συνήθως από εξαιρετικά άκαμπτες ιδεολογίες.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]