Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκρόσο μόντο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκρόσο μόντο < λατινική φράση grossus modus

Επίρρημα

[επεξεργασία]

γκρόσο μόντο

  • πάνω-κάτω, στο περίπου, σε γενικές γραμμές, χονδρικά

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]