γλίσχρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλίσχρος < αρχαία ελληνική γλίσχρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γλίσχρος, -α, -ο (λόγιο)

  1. ανεπαρκής, λίγος, μικρός
    Τα Ασφαλιστικά Ταμεία κινδυνεύουν να χάσουν 12 δισεκατομμύρια, το 50% της γλίσχρας περιουσίας τους (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 25/10/2011)
  2. μη πολυτελής

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλίσχρος < ρίζα *λιτ- (πβ. (αρχαία ελληνική ) λιτός κι το (λατινικά) glittus), συγγενές του ὀλισθαίνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γλίσχρος, -α, -ο

  1. ιξώδης, κολλώδης
  2. αυτός που επίμονα προσκολλάται σε κάποιον, φορτικός, οχληρός, κολλιτσίδα
  3. άπληστος, τσιγκούνης, φειδωλός, φιλάργυρος
  4. ολισθηρός, γλιστερός
  5. στρεψόδικος
  6. μηδαμινός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

ίσως και τα εξής: