γλακῶ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: γλακώ

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλακῶ < ελληνιστική κοινή ἐκλακέω/ἐκλακῶ < ἐκ + λακέω/λακῶ. Δείτε και λακάω
γλακῶ > νέα ελληνικά: γλακώ (ιδιωματικό), λακάω/λακώ

Ρήμα[επεξεργασία]

γλακῶ

  1. τρέχω, βιάζομαι
    και νέα ελληνικά κρητικό ιδίωμα
    ※  (κρητική λογοτεχνία) Βιτσέντζος Κορνάρος (1553‑1613/14). Ἐρωτόκριτος (1590‑1610)
    ※  Γλακᾷ ὁ ζευγᾶς καὶ χώνεται, τρέχ’ ὁ βοσκὸς καὶ φεύγει, (έκδ.Φοίνικος, 1847 @books.google, Ερωτ. Β2347)
    ※  Τρέχουν, γλακοῦσι νὰ θωροῦν ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, (εκδ.Φοίνικος, 1862 @books.google, Ερωτ. Β911)
  2. βιάζομαι, εξετάζω επιπόλαια
  3. τριγυρνάω και διασκεδάζω

Κλιτικοί τύποι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]