Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλαρός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: γλάρος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γλαρός η γλαρή το γλαρό
      γενική του γλαρού της γλαρής του γλαρού
    αιτιατική τον γλαρό τη γλαρή το γλαρό
     κλητική γλαρέ γλαρή γλαρό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γλαροί οι γλαρές τα γλαρά
      γενική των γλαρών των γλαρών των γλαρών
    αιτιατική τους γλαρούς τις γλαρές τα γλαρά
     κλητική γλαροί γλαρές γλαρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλαρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἱλαρός με αποβολη του άτονου αρχικού φωνήεντος και ανάπτυξη -γ- στη συμπροφορά με άρθρο «τον λαρό» > toŋglaɾó
Άλλες εκδοχές ετυμλόγησης:[1] < βλαδαρός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣlaˈɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γλαρός
τονικό παρώνυμο: γλάρος

Επίθετο

[επεξεργασία]

γλαρός, -ή, -ό

  1. (λογοτεχνικό) ήρεμος, γαλήνιος
  2. (για μάτια) ονειροπόλος
      20ός/21ος αιώνας Χρήστος Χωμενίδης, 1966‑, Το σοφό παιδί., [μυθιστόρημα]. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993, σελ. 55
    Κοντή, νευρώδης καί μελαχρινή, μέ γαμψή μύτη, ἔκφυλο στόμα μέ ἀνοικονόμητες χειλάρες καί πράσινα γλαρά μάτια
  1. (μεταφορικά) έξυπνος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. γλαρός - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
    ΣτΕ: Εκτός από τη ετυμλόγηση από το το ἱλαρός με επεξήγηση της συμπορφοράς με άρθρο, το λεξικό αναφέρει και άλλες προτάσεις ετυμολόγησης.