γλετζές
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | γλετζές | οι | γλετζέδες |
| γενική | του | γλετζέ | των | γλετζέδων |
| αιτιατική | τον | γλετζέ | τους | γλετζέδες |
| κλητική | γλετζέ | γλετζέδες | ||
| Κατηγορία όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γλετζές αρσενικό
- άλλη μορφή του γλεντζές