Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλιστρίδα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: γλυστρίδα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γλιστρίδα οι γλιστρίδες
      γενική της γλιστρίδας των γλιστρίδων
    αιτιατική τη γλιστρίδα τις γλιστρίδες
     κλητική γλιστρίδα γλιστρίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
γλιστρίδα
Γλιστρίδα σε σαλάτα.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλιστρίδα < γλυστρίδα[1] < μεσαιωνική ελληνική γλυστρίδα[2] [3] [4] < ελληνιστική κοινή ἐγκλυστρίς[5] < ἐγκλύζω < αρχαία ελληνική ἐν + κλύζω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣliˈstɾi.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γλιστρίδα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γλιστρίδα θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Με παρετυμολόγηση από τα γλίστρα / γλιστρώ
  2. γλιστρίδα - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
  3. γλιστρίδα -  Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
  4. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  5. ἐγκλυστρίς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλιστρίδα < γλίστρ(α) + -ίδα <  δείτε  γλιστρῶ / ἐγλιστρῶ (αναδρομικός σχηματισμός) < ἐκ + αρχαία ελληνική λίστρον
Διαφορετική ετυμολογία για το φυτό γλυστρίδα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γλιστρίδα θηλυκό

  1. (βοτανική, λαχανικό) gkm γλυστρίδα
  2. (ζωολογία) γεωσκώληκας