γλυκοκουβέντα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | γλυκοκουβέντα | οι | γλυκοκουβέντες |
| γενική | της | γλυκοκουβέντας | — | |
| αιτιατική | τη | γλυκοκουβέντα | τις | γλυκοκουβέντες |
| κλητική | γλυκοκουβέντα | γλυκοκουβέντες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γλυκοκουβέντα θηλυκό
- κουβέντα που γίνεται με γλυκύτητα και ευπροσηγορία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γλυκοκουβέντα
|
|