γλυκομιλώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γλυκομιλώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλυκομιλῶ. Συγχρονικά αναλύεται σε γλυκο- + μιλώ[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɣli.ko.miˈlo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γλυ‐κο‐μι‐λώ
Ρήμα
[επεξεργασία]γλυκομιλώ (μεταβατικό) και (αμετάβατο)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- γλυκομίλημα
- γλυκομίλητα
- γλυκομίλητος
- → δείτε τις λέξεις γλυκός και μιλώ
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | γλυκομιλώ | γλυκομιλούσα | θα γλυκομιλώ | να γλυκομιλώ | γλυκομιλώντας | |
| β' ενικ. | γλυκομιλείς | γλυκομιλούσες | θα γλυκομιλείς | να γλυκομιλείς | (γλυκομίλει) | |
| γ' ενικ. | γλυκομιλεί | γλυκομιλούσε | θα γλυκομιλεί | να γλυκομιλεί | ||
| α' πληθ. | γλυκομιλούμε | γλυκομιλούσαμε | θα γλυκομιλούμε | να γλυκομιλούμε | ||
| β' πληθ. | γλυκομιλείτε | γλυκομιλούσατε | θα γλυκομιλείτε | να γλυκομιλείτε | γλυκομιλείτε | |
| γ' πληθ. | γλυκομιλούν(ε) | γλυκομιλούσαν(ε) | θα γλυκομιλούν(ε) | να γλυκομιλούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | γλυκομίλησα | θα γλυκομιλήσω | να γλυκομιλήσω | γλυκομιλήσει | ||
| β' ενικ. | γλυκομίλησες | θα γλυκομιλήσεις | να γλυκομιλήσεις | γλυκομίλησε | ||
| γ' ενικ. | γλυκομίλησε | θα γλυκομιλήσει | να γλυκομιλήσει | |||
| α' πληθ. | γλυκομιλήσαμε | θα γλυκομιλήσουμε | να γλυκομιλήσουμε | |||
| β' πληθ. | γλυκομιλήσατε | θα γλυκομιλήσετε | να γλυκομιλήσετε | γλυκομιλήστε | ||
| γ' πληθ. | γλυκομίλησαν γλυκομιλήσαν(ε) |
θα γλυκομιλήσουν(ε) | να γλυκομιλήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω γλυκομιλήσει | είχα γλυκομιλήσει | θα έχω γλυκομιλήσει | να έχω γλυκομιλήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις γλυκομιλήσει | είχες γλυκομιλήσει | θα έχεις γλυκομιλήσει | να έχεις γλυκομιλήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει γλυκομιλήσει | είχε γλυκομιλήσει | θα έχει γλυκομιλήσει | να έχει γλυκομιλήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε γλυκομιλήσει | είχαμε γλυκομιλήσει | θα έχουμε γλυκομιλήσει | να έχουμε γλυκομιλήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε γλυκομιλήσει | είχατε γλυκομιλήσει | θα έχετε γλυκομιλήσει | να έχετε γλυκομιλήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν γλυκομιλήσει | είχαν γλυκομιλήσει | θα έχουν γλυκομιλήσει | να έχουν γλυκομιλήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γλυκομιλώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- γλυκομιλώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα γλυκο- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)