Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλυκομιλώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλυκομιλώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλυκομιλῶ. Συγχρονικά αναλύεται σε γλυκο- + μιλώ[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣli.ko.miˈlo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γλυκομιλώ

γλυκομιλώ (μεταβατικό) και (αμετάβατο)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • γλυκομιλώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)