Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλυκοτιτιβίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλυκοτιτιβίζω < γλυκο- + τιτιβίζω

γλυκοτιτιβίζω[1]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. γλυκοτιτιβίζω - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)