γλυκόριζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γλυκόριζα οι γλυκόριζες
      γενική της γλυκόριζας των γλυκόριζων
    αιτιατική τη γλυκόριζα τις γλυκόριζες
     κλητική γλυκόριζα γλυκόριζες
όπως «αρθρίτιδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλυκόριζα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή γλυκύρριζα < γλυκύς (γλυκό-) + ρίζα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλυκόριζα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]