γλυφίς
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | γλυφίς | αἱ | γλυφίδες |
| γενική | τῆς | γλυφίδος | τῶν | γλυφίδων |
| δοτική | τῇ | γλυφίδῐ | ταῖς | γλυφίσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὴν | γλυφίδᾰ | τὰς | γλυφίδᾰς |
| κλητική ὦ! | γλυφίς* | γλυφίδες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | γλυφίδε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | γλυφίδοιν | ||
| Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος. * Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το -ς | ||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γλυφίς θηλυκό
- (εργαλείο) όργανο για γλυφή, σμίλη
- χαραγμένη αιχμή του βέλους
- το ίδιο το βέλος
- (αρχιτεκτονική) κιονόκρανα
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πατρίς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πατρίς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Εργαλεία (αρχαία ελληνικά)
- Αρχιτεκτονική (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)