Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλυφίς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γλυφίς αἱ γλυφίδες
      γενική τῆς γλυφίδος τῶν γλυφίδων
      δοτική τῇ γλυφίδ ταῖς γλυφίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν γλυφίδ τὰς γλυφίδᾰς
     κλητική ! γλυφίς* γλυφίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γλυφίδε
γεν-δοτ τοῖν  γλυφίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλυφίς < γλύφω + -ίς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γλυφίς θηλυκό

  1. (εργαλείο) όργανο για γλυφή, σμίλη
  2. χαραγμένη αιχμή του βέλους
  3. το ίδιο το βέλος
  4. (αρχιτεκτονική) κιονόκρανα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]