γλωσσίδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλωσσίδι γλωσσίδια
γενική γλωσσιδιού γλωσσιδιών
αιτιατική γλωσσίδι γλωσσίδια
κλητική γλωσσίδι γλωσσίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλωσσίδι < γλώσσα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣlɔ.ˈsi.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλωσσίδι ουδέτερο

  1. (γενικότερα) οποιοδήποτε αντικείμενο το οποίο έχει σχήμα γλώσσας
  2. (ειδικότερα) το μεταλλικό στέλεχος σε μια κλειδαριά, το οποίο, καθώς αλλάζει θέση, κλειδώνει ή ξεκλειδώνει
  3. (ειδικότερα) το, συνήθως πεπλατυσμένο, στέλεχος μουσικού οργάνου, το οποίο, καθώς ταλαντεύεται, παράγει ήχους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]