Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλωσσίς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γλωσσίς αἱ γλωσσίδες
      γενική τῆς γλωσσίδος τῶν γλωσσίδων
      δοτική τῇ γλωσσίδ ταῖς γλωσσίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν γλωσσίδ τὰς γλωσσίδᾰς
     κλητική ! γλωσσίς* γλωσσίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γλωσσίδε
γεν-δοτ τοῖν  γλωσσίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλωσσίς < γλῶσσα + -ις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γλωσσίς, -ίδος θηλυκό

  1. (ανατομία) το άνοιγμα ανάμεσα στις φωνητικές πτυχές, γλωττίδα
  2. (μουσική) επιστόμιο πνευστού, στο οποίο έμπαινε το γλωσσίδι
  3. (πτηνό) στραβολαίμης (Jynx torquilla)
     συνώνυμα:  ἴϋγξ
  4. κορδόνι, μάνταλο
  5. (ιατρική, στον πληθυντικό) φλεγμονή της γλώσσας

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]