γλωσσίς
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | γλωσσίς | αἱ | γλωσσίδες |
| γενική | τῆς | γλωσσίδος | τῶν | γλωσσίδων |
| δοτική | τῇ | γλωσσίδῐ | ταῖς | γλωσσίσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὴν | γλωσσίδᾰ | τὰς | γλωσσίδᾰς |
| κλητική ὦ! | γλωσσίς* | γλωσσίδες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | γλωσσίδε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | γλωσσίδοιν | ||
| Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος. * Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το -ς | ||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γλωσσίς, -ίδος θηλυκό
- (ανατομία) το άνοιγμα ανάμεσα στις φωνητικές πτυχές, γλωττίδα
- (μουσική) επιστόμιο πνευστού, στο οποίο έμπαινε το γλωσσίδι
- (πτηνό) στραβολαίμης (Jynx torquilla)
- κορδόνι, μάνταλο
- (ιατρική, στον πληθυντικό) φλεγμονή της γλώσσας
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γλωσσίς - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γλωσσίς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πατρίς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πατρίς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ις (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Μουσική (αρχαία ελληνικά)
- Πτηνά (αρχαία ελληνικά)
- Ζώα (αρχαία ελληνικά)
- Ιατρική (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)