γλωσσογράφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η γλωσσογράφος οι γλωσσογράφοι
      γενική του/της γλωσσογράφου των γλωσσογράφων
    αιτιατική τον/τη γλωσσογράφο τους/τις γλωσσογράφους
     κλητική γλωσσογράφε γλωσσογράφοι
όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλωσσογράφος < ελληνιστική κοινή γλωσσογράφος.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε γλωσσο- + -γράφος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλωσσογράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (λεξικογραφία) που ασχολείται με τη γλωσσογραφία συλλέγοντας και ερμηνεύοντας δύσχρηστες λέξεις, τις «γλώσσες»
    δείτε και γλωσσογραφία
  2. (φιλολογία) σχολιαστής κειμένων, για τη διευκόλυνση της κατανόησής τους

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)