γλωσσού

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλωσσού γλωσσούδες
γενική γλωσσούς γλωσσούδων
αιτιατική γλωσσού γλωσσούδες
κλητική γλωσσού γλωσσούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλωσσού < γλωσσάς + κατάληξη θηλυκού -ού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλωσσού θηλυκό

  • (οικείο) θηλυκό του γλωσσάς
    Γλωσσούδες γυναίκες σπάνια είναι κακές. Όπως κι άντρες πολυλογάδες. Η κακία είναι σιωπηλή, γεμάτη ευγένεια πολλές φορές και μαεστρία διπλωματική. (Δημήτρης Ψαθάς, Μαντάμ Σουσού)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]