γλωσσο-
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γλωσσο- < αρχαία ελληνική γλωσσο- < γλῶσσα
Πρόθημα
[επεξεργασία]γλωσσο-
- αʹ συνθετικό που δηλώνει σχέση με τη γλώσσα ως ανατομικό όργανο, είτε ως μέρος της είτε ως σημείο όπου λαμβάνει χώρα κάποια λειτουργία ή πάθηση
- αʹ συνθετικό με αναφορά στη γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας, δηλώνοντας ιδιότητα, λειτουργία ή ενέργεια που αφορά το σύστημα ομιλίας και τον τρόπο με τον οποίο άνθρωποι χρησιμοποιούν, μαθαίνουν ή μεταβάλλουν μια γλώσσα
- αʹ συνθετικό με αναφορά στη γλωσσολογική επιστήμη, δηλώνοντας κλάδο, μέθοδο ή πεδίο μελέτης που εξετάζει δομές, κανόνες και φαινόμενα της γλώσσας από επιστημονική σκοπιά
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γλωσσο-
|
|