Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλωσσο-

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλωσσο- < αρχαία ελληνική γλωσσο- < γλῶσσα

Πρόθημα

[επεξεργασία]

γλωσσο-

  1. αʹ συνθετικό που δηλώνει σχέση με τη γλώσσα ως ανατομικό όργανο, είτε ως μέρος της είτε ως σημείο όπου λαμβάνει χώρα κάποια λειτουργία ή πάθηση
    παράδειγμα  γλωσσοτομία
  2. αʹ συνθετικό με αναφορά στη γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας, δηλώνοντας ιδιότητα, λειτουργία ή ενέργεια που αφορά το σύστημα ομιλίας και τον τρόπο με τον οποίο άνθρωποι χρησιμοποιούν, μαθαίνουν ή μεταβάλλουν μια γλώσσα
    παράδειγμα  γλωσσοδέτης
  3. αʹ συνθετικό με αναφορά στη γλωσσολογική επιστήμη, δηλώνοντας κλάδο, μέθοδο ή πεδίο μελέτης που εξετάζει δομές, κανόνες και φαινόμενα της γλώσσας από επιστημονική σκοπιά
    παράδειγμα  γλωσσολογία

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]