Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλωχίς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ γλωχίς αἱ γλωχῖνες
      γενική τῆς γλωχῖνος τῶν γλωχίνων
      δοτική τῇ γλωχῖνῐ ταῖς γλωχῖσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν γλωχῖνᾰ τὰς γλωχῖνᾰς
     κλητική ὦ! γλωχίς γλωχῖνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γλωχῖνε
γεν-δοτ τοῖν  γλωχίνοιν
Το δίχρονο φωνήεν του θέματος σε -ῑν είναι μακρό.
3η κλίση, Κατηγορία 'δελφίς' όπως «δελφίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλωχίς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *glōgʰ-s

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γλωχίς, -ῖνος [ῑ] θηλυκό

  1. σημείο προβολής
  2. η απόληξη του λουριού του ζυγού
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 24 (Ω. Ἕκτορος λύτρα.), στίχ. 274
    ἐπὶ δὲ κρίκον ἕστορι βάλλον, // τρὶς δ’ ἑκάτερθεν ἔδησαν ἐπ’ ὀμφαλόν, αὐτὰρ ἔπειτα // ἑξείης κατέδησαν, ὑπὸ γλωχῖνα δ’ ἔκαμψαν.
  3. η αιχμή του βέλους
    ※  5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Τραχίνιαι, στίχ. 681
    ἐγὼ γὰρ ὧν ὁ θήρ με Κένταυρος, πονῶν // πλευρὰν πικρᾷ γλωχῖνι, προυδιδάξατο // παρῆκα θεσμῶν οὐδέν, ἀλλ᾽ ἐσῳζόμην // χαλκῆς ὅπως δύσνιπτον ἐκ δέλτου γραφήν.
  4. η αιχμή ενός μαχαιριού
  5. (βοτανική) στίγμα κρόκου

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]