γλόμπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλόμπος γλόμποι
γενική γλόμπου γλόμπων
αιτιατική γλόμπο γλόμπους
κλητική γλόμπε γλόμποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλόμπος < ιταλική globo < λατινική globus (σφαίρα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɣlɔ.bɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλόμπος αρσενικό

  1. το γυάλινο περίβλημα μιας λάμπας που φωτίζει
  2. (μεταφορικά) που έχει εντελώς ξυρισμένο το κεφάλι, ο φαλακρός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]