γλύκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γλυκά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλύκα γλύκες
γενική γλύκας
αιτιατική γλύκα γλύκες
κλητική γλύκα γλύκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλύκα < γλυκός ή γλυκύτητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλύκα θηλυκό

η γλύκα του δεν περιγράφεται, πιο όμορφο παιδί δεν είχα ξαναδεί
ήρθε στο σπίτι και μου έκανε γλύκες -ήμουν σίγουρη ότι κάτι ήθελε να ζητήσει
ήταν γλύκα ο ύπνος, τον χρειαζόμουνα
σκέτη γλύκα το φαγητό σου γυναίκα σήμερα, γειά στα χέρια σου


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]