Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλῆνος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: γληνός

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλῆνος <  δείτε τη λέξη γλήνη

Επίθετο

[επεξεργασία]

γλῆνος, -ια, -ον

  1. λαμπερός, γυαλιστερός
  2. τρυφερός, απαλός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ γλῆνος τὰ γλήνη - γλήνε
      γενική τοῦ γλήνους - γλήνεος τῶν γληνῶν - γληνέων
      δοτική τῷ γλήνει - γλήνεῐ̈ τοῖς γλήνεσ(ν)
    αιτιατική τὸ γλῆνος τὰ γλήνη - γλήνεα
     κλητική ! γλῆνος γλήνη - γλήνεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γλήνει - γλήνεε
γεν-δοτ τοῖν  γληνοῖν - γληνέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «σκεῦος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γλῆνος, -εος ουδέτερο

  1. (στον πληθυντικό «γλήνεα»)
    1. παιχνίδια, στολίδια, μπιχλιμπίδια
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 24 (Ω. Ἕκτορος λύτρα.), στίχ. 192
    ὃς γλήνεα πολλὰ κεχάνδει
    2. τα άστρα
  2. (ανατομία) η γλήνη
      2ος πκε αιώνας Νίκανδρος ο Κολοφώνιος, Θηριακά, στίχ. 228 @scaife.perseus
    γλήνεα φοινίσσει τεθοωμένος
  3. (στον Ησύχιο) το φως