γνέψιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γνέψιμο γνεψίματα
γενική γνεψίματος γνεψιμάτων
αιτιατική γνέψιμο γνεψίματα
κλητική γνέψιμο γνεψίματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γνέψιμο < γνέφω + -ιμο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γνέψιμο ουδέτερο

  1. κίνηση του χεριού ή του κεφαλιού με την οποία απευθυνόμαστε σε κάποιον, συχνά για να τον καλέσουμε κοντά μας ή να του δώσουμε ένα άλλο μήνυμα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]