γνευσιακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γνευσιακός γνευσιακή γνευσιακό
γενική γνευσιακού γνευσιακής γνευσιακού
αιτιατική γνευσιακό γνευσιακή γνευσιακό
κλητική γνευσιακέ γνευσιακή γνευσιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γνευσιακοί γνευσιακές γνευσιακά
γενική γνευσιακών γνευσιακών γνευσιακών
αιτιατική γνευσιακούς γνευσιακές γνευσιακά
κλητική γνευσιακοί γνευσιακές γνευσιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γνευσιακός < γνεύσιος + -ακός < αγγλική gneiss < γερμανική Gneis < μέση υψηλή γερμανική gneist < παλαιά άνω γερμανική gneisto (σπίθα) < πρωτογερμανική *ga- + *hnaistô < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ghneidh- (διαβρώνω, γδέρνω, τρίβω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γνευσιακός, -ή, -ό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]