γνεύσιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Γνεύσιος
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γνεύσιος γνεύσιοι
γενική γνευσίου
& γνεύσιου
γνευσίων
& γνεύσιων
αιτιατική γνεύσιο γνευσίους
& γνεύσιους
κλητική γνεύσιε γνεύσιοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γνεύσιος < αγγλική gneiss < γερμανική Gneis < μέση άνω γερμανική gneist < παλαιά άνω γερμανική gneisto (σπίθα) < πρωτογερμανική *ga- + *hnaistô < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ghneidh- (διαβρώνω, γδέρνω, τρίβω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γνεύσιος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]