Μετάβαση στο περιεχόμενο

γνωμικό

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γνωμικό τα γνωμικά
      γενική του γνωμικού των γνωμικών
    αιτιατική το γνωμικό τα γνωμικά
     κλητική γνωμικό γνωμικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γνωμικό < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γνωμικόν[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣno.miˈko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γνωμικό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γνωμικό ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

γνωμικό ουδέτερο

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του γνωμικός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γνωμικός

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]