γνωμικό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | γνωμικό | τα | γνωμικά |
| γενική | του | γνωμικού | των | γνωμικών |
| αιτιατική | το | γνωμικό | τα | γνωμικά |
| κλητική | γνωμικό | γνωμικά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γνωμικό < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γνωμικόν[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɣno.miˈko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γνω‐μι‐κό
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γνωμικό ουδέτερο
- το απόφθεγμα, γνώμη παρουσιασμένη αξιωματικά
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]γνωμικό ουδέτερο
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του γνωμικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γνωμικός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γνωμικό - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)