γνωμικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γνωμικός γνωμική γνωμικό
γενική γνωμικού γνωμικής γνωμικού
αιτιατική γνωμικό γνωμική γνωμικό
κλητική γνωμικέ γνωμική γνωμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γνωμικοί γνωμικές γνωμικά
γενική γνωμικών γνωμικών γνωμικών
αιτιατική γνωμικούς γνωμικές γνωμικά
κλητική γνωμικοί γνωμικές γνωμικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γνωμικός < ελληνιστική κοινή γνωμικός < αρχαία ελληνική γνώμη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣnɔ.mi.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γνωμικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με μια αλήθεια γενικά αποδεκτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) γνωμικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]