γνωμοδοτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γνωμοδοτικός γνωμοδοτική γνωμοδοτικό
γενική γνωμοδοτικού γνωμοδοτικής γνωμοδοτικού
αιτιατική γνωμοδοτικό γνωμοδοτική γνωμοδοτικό
κλητική γνωμοδοτικέ γνωμοδοτική γνωμοδοτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γνωμοδοτικοί γνωμοδοτικές γνωμοδοτικά
γενική γνωμοδοτικών γνωμοδοτικών γνωμοδοτικών
αιτιατική γνωμοδοτικούς γνωμοδοτικές γνωμοδοτικά
κλητική γνωμοδοτικοί γνωμοδοτικές γνωμοδοτικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

γνωμοδοτικός < γνωμοδοτώ

Επίθετο[επεξεργασία]

γνωμοδοτικός

  1. που έχει σχέση με την παροχή γνώμης από αρμόδιο και ειδικό άτομο, συμβούλιο, φορέα
  2. σε αντιδαστολή προς το αποφασιστικός, π.χ. για το ρόλο ενός γνωμοδοτικού οργάνου, όπου ξεκαθαρίζεται έμμεσα αλλά σαφώς από τη χρήση του συγκεκριμένου επιθέτου ότι ο ρόλος αυτός περιορίζεται στην παροχή γνώμης και ότι το όργανο αυτό δεν μπορεί να αποφασίσει, να θεσπίσει


Μεταφράσεις[επεξεργασία]