γνωμολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γνωμολόγος γνωμολόγοι
γενική γνωμολόγου γνωμολόγων
αιτιατική γνωμολόγο γνωμολόγους
κλητική γνωμολόγε γνωμολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γνωμολόγος < γνώμη + -ο- + -λόγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γνωμολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που εκφράζεται με γνωμικά ή αποφθέγματα
  2. που έχει τη συνήθεια να δίνει συμβουλές ή παραινέσεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]