γνωστικισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γνωστικισμός οι γνωστικισμοί
      γενική του γνωστικισμού των γνωστικισμών
    αιτιατική τον γνωστικισμό τους γνωστικισμούς
     κλητική γνωστικισμέ γνωστικισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γνωστικισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική gnosticisme < gnostique < μεσαιωνική λατινική gnostici < αρχαία ελληνική γνωστικός < γνώση < γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵiǵneh₃- < *ǵneh₃- (γιγνώσκω, γνωρίζω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γνωστικισμός αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]