Μετάβαση στο περιεχόμενο

γνόφος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γνόφος < (ελληνιστική κοινή)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γνόφος αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ γνόφος οἱ γνόφοι
      γενική τοῦ γνόφου τῶν γνόφων
      δοτική τῷ γνόφῳ τοῖς γνόφοις
    αιτιατική τὸν γνόφον τοὺς γνόφους
     κλητική ὦ! γνόφε γνόφοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γνόφω
γεν-δοτ τοῖν  γνόφοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γνόφος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γνόφος, -ου αρσενικό (ελληνιστική κοινή) (μεταγενέστερη μορφή της λέξης δνόφος)

  1. σκοτεινιά
    ※  3ος/2ος πκε αιώνας ⌘ Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα Δευτερονόμιον, 4.11 @scaife.perseus
    καὶ τὸ ὄρος ἐκαίετο πυρὶ ἕως τοῦ οὐρανοῦ, σκότος, γνόφος, θύελλα, φωνὴ μεγάλη.
  2. (μετεωρολογία) (στον πληθ.) σύννεφα καταιγίδας
    ※  4ος πκε αιώνας ⌘ Ψευδοαριστοτέλης, Περὶ κόσμου, 2 p. 134, @scaife.perseus
    Ἐν δὲ τούτῳ τῆς παθητῆς ὄντι καὶ αὐτῷ δυνάμεως καὶ παντοδαπῶς ἀλλοιουμένῳ νέφη τε συνίστανται καὶ ὄμβροι καταρράσσουσι, χιόνες τε καὶ πάχναι καὶ χάλαζαι πνοαί τε ἀνέμων καὶ τυφώνων, ἔτι τε βρονταὶ καὶ ἀστραπαὶ καὶ πτώσεις κεραυνῶν μυρίων τε γνόφων συμπληγάδες.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]