γνώμονας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γνώμονας οι γνώμονες
      γενική του γνώμονα των γνωμόνων
    αιτιατική τον γνώμονα τους γνώμονες
     κλητική γνώμονα γνώμονες
όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γνώμονας < ελληνιστική κοινή γνώμων

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γνώμονας αρσενικό ή θηλυκό

  1. όργανο που χαράζει ορθές γωνίες ή κάθετες γραμμές
  2. όργανο που μετράει γωνίες
  3. μεταφορικά κανόνας, αρχή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]