γνώμων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Γνώμων

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική γνώμων γνώμονε γνώμονες
Γενική γνώμονος γνωμόνοιν γνωμόνων
Δοτική γνώμονι γνωμόνοιν γνώμοσι(ν)
Αιτιατική γνώμονα γνώμονε γνώμονας
Κλητική γνῶμον γνώμονε γνώμονες

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γνώμων αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
  2. (στον πληθυντικό, ελληνιστική κοινή) → δείτε τη λέξη γνώμονες (για άλογα)
    δείτε και τη λέξη ἐλλειπογνώμων ελληνιστική κοινή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]