γογγύλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γογγύλι τα γογγύλια
      γενική του γογγυλιού των γογγυλιών
    αιτιατική το γογγύλι τα γογγύλια
     κλητική γογγύλι γογγύλια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γογγύλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γογγύλιν / γογγύλιον, υποκοριστικό < αρχαία ελληνική γογγύλη < γόγγυλος < γογγύλος < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *lump (σβώλος)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣoŋˈɟi.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γογ‐γύ‐λι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γογγύλι ουδέτερο

  1. (βοτανική) ποώδες φυτό της οικογένειας των Σταυρανθών, συγγενές του λάχανου
    άλλες ονομασίες: ρέβα, ράπα, ραφανοκράμβη
  2. ονομασία που έχει κάθε φαγώσιμος, λευκός ή κίτρινος, βολβός λαχανικού καθώς και το λαχανικό που έχει τέτοιο βολβό
    τα γογγύλια έχουν μεγάλη θρεπτική αξία
     συνώνυμα: ρίζα, γογγυλίδα, καυλοράπα, λαχανόγουλο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]