γοητεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γοητεία -
γενική γοητείας -
αιτιατική γοητεία -
κλητική γοητεία -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γοητεία < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣɔ.i.ˈti.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γοητεία θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. η ιδιαίτερη δύναμη που έχει η ακτινοβολία και η χάρη της ομορφιάς ενός προσώπου και η έλξη που προκαλεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σαγήνη
  2. (συνεκδοχικά) κάθε χαρακτηριστικό που έχει την προηγούμενη δύναμη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: θέλγητρο
  3. πράξη που δεν εξηγείται λογικά και επηρεάζει τη θέληση των άλλων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μάγεμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]