Μετάβαση στο περιεχόμενο

γοητεία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γοητεία οι γοητείες
      γενική της γοητείας των γοητειών
    αιτιατική τη γοητεία τις γοητείες
     κλητική γοητεία γοητείες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γοητεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γοητεία (μαγική τέχνη) < γοητεύω, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική charme ή fascinationa[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣo.iˈti.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γοητεία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γοητεία θηλυκό

  1. η ιδιαίτερη δύναμη που έχει η ακτινοβολία και η χάρη της ομορφιάς ενός προσώπου και η έλξη που προκαλεί
      Λείπει τό φόρτε του, ὁ σαγηνευτικός αὐτοσχεδιασμός, αὐτή ἡ γοητεία του τίποτα πού κυριαρχεῖ στό ἄλλο του ἔργο. Γιατί αὐτό εἶναι τό φόρτε τοῦ Παπαδιαμάντη, πού τόν κάνει μοναδικό στά Γράμματά μας (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Άπαντα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τόμος 1, 1954)
     συνώνυμα: σαγήνη
  2. (συνεκδοχικά) κάθε χαρακτηριστικό που έχει την προηγούμενη δύναμη
     συνώνυμα: θέλγητρο
  3. πράξη που δεν εξηγείται λογικά και επηρεάζει τη θέληση των άλλων
     συνώνυμα: μάγεμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]