γοητευτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɣo.i.te.ftiˈkos/
Επίθετο
[επεξεργασία]γοητευτικός -ή -ό
- που έχει γοητεία, που γοητεύει ή προσπαθεί να γοητεύσει
- ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκης, 2020
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τη Διβάνη (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)