Μετάβαση στο περιεχόμενο

γολέτα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: γαλέτα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γολέτα οι γολέτες
      γενική της γολέτας των γολετών
    αιτιατική τη γολέτα τις γολέτες
     κλητική γολέτα γολέτες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
γολέτα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γολέτα < (άμεσο δάνειο) βενετική goleta < γαλλική goélette (γολέτα / είδος θαλασσοπουλιού), υποκοριστικό του goéland (γλάρος) < βρετονικά gouelan < < προέλευσης από την πρωτοκελτική *wailannā (γλάρος)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣoˈle.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γολέτα
παρώνυμο: γαλέτα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γολέτα θηλυκό

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. gouelan στο αγγλικό Βικιλεξικό