Μετάβαση στο περιεχόμενο

γομφίος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γομφίος οι γομφίοι
      γενική του γομφίου των γομφίων
    αιτιατική τον γομφίο τους γομφίους
     κλητική γομφίε γομφίοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γομφίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γομφίος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣoɱˈfi.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γομφίος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γομφίος αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γομφίος οἱ γομφίοι
      γενική τοῦ γομφίου τῶν γομφίων
      δοτική τῷ γομφί τοῖς γομφίοις
    αιτιατική τὸν γομφίον τοὺς γομφίους
     κλητική ! γομφίε γομφίοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γομφίω
γεν-δοτ τοῖν  γομφίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γομφίος < γόμφος < πρωτοελληνική *gómpʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵómbʰos (δόντι, πάσσαλος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γομφίος, -ου αρσενικό

  1. (ανθρώπινο σώμα) γομφίος
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 9 (Καλλιόπη), 83.2
    τῶν νεκρῶν περιψιλωθέντων τὰς σάρκας (συνεφόρεον γὰρ τὰ ὀστέα οἱ Πλαταιέες ἐς ἕνα χῶρον) εὑρέθη κεφαλὴ οὐκ ἔχουσα ῥαφὴν οὐδεμίαν ἀλλ᾽ ἐξ ἑνὸς ἐοῦσα ὀστέου· ἐφάνη δὲ καὶ γνάθος, καὶ τὸ ἄνω τῆς γνάθου, ἔχουσα ὀδόντας μουνοφυέας, ἐξ ἑνὸς ὀστέου πάντας, τούς τε προσθίους ὀδόντας καὶ τοὺς γομφίους·
    καθώς τα κόκαλα των νεκρών γυμνώθηκαν απ᾽ τις σάρκες (κι οι Πλαταιείς μάζεψαν και σώρευσαν τα κόκαλα αυτά σ᾽ έναν τόπο), βρέθηκε κρανίο που δεν είχε καμιά ραφή, αλλά ήταν μονοκόμματο, μ᾽ ένα κόκαλο όλο κι όλο· κι άλλο φαινόμενο, σαγόνι, που στο πάνω μέρος του όλα τα δόντια έβγαιναν από μια κοινή ρίζα, ένα κόκαλο όλα τους, και τα άλλα δόντια και οι τραπεζίτες·
    Μετάφραση (1995): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Βάτραχοι, στίχ. 572 (571-573)
    [ΠΑ. Α’] ἵν᾽ αὐτὸν ἐπιτρίψωμεν. ὦ μιαρὰ φάρυξ, | ὡς ἡδέως ἄν σου λίθῳ τοὺς γομφίους | κόπτοιμ᾽ ἄν, οἷς μου κατέφαγες τὰ φορτία.
    [Α’ ΞΕΝ.] Να τον ταράξουμε. [(Στο Διόνυσο.)] Α, βρε σιχαμένο στόμα, | πώς θα χαρώ να σου τσακίσω μ᾽ ένα κοτρόνι αυτούς τους τραπεζίτες, | που τόση μου μασήσανε πραμάτεια.
    Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα:Τυποβιβλιοτεχνική @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα, 1, 4.6 @scaife.perseus
    καὶ τοὺς μὲν πρόσθεν ὀδόντας πᾶσι ζῴοις οἵους τέμνειν εἶναι, τοὺς δὲ γομφίους οἵους παρὰ τούτων δεξαμένους λεαίνειν·
     αντώνυμα: πρόσθιος
  2. (μεταφορικά) το δόντι ενός κλειδιού
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσαι, στίχ. 423
    Λακωνίκʼ ἄττα, τρεῖς ἔχοντα γομφίους.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]