γομφίος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | γομφίος | οι | γομφίοι |
| γενική | του | γομφίου | των | γομφίων |
| αιτιατική | τον | γομφίο | τους | γομφίους |
| κλητική | γομφίε | γομφίοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γομφίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γομφίος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɣoɱˈfi.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γομ‐φί‐ος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γομφίος αρσενικό
- (ανθρώπινο σώμα) ο τραπεζίτης (το δόντι)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γομφίος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- γομφίος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | γομφίος | οἱ | γομφίοι |
| γενική | τοῦ | γομφίου | τῶν | γομφίων |
| δοτική | τῷ | γομφίῳ | τοῖς | γομφίοις |
| αιτιατική | τὸν | γομφίον | τοὺς | γομφίους |
| κλητική ὦ! | γομφίε | γομφίοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | γομφίω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | γομφίοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γομφίος < γόμφος < πρωτοελληνική *gómpʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵómbʰos (δόντι, πάσσαλος)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γομφίος, -ου αρσενικό
- (ανθρώπινο σώμα) γομφίος
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 9 (Καλλιόπη), 83.2
- τῶν νεκρῶν περιψιλωθέντων τὰς σάρκας (συνεφόρεον γὰρ τὰ ὀστέα οἱ Πλαταιέες ἐς ἕνα χῶρον) εὑρέθη κεφαλὴ οὐκ ἔχουσα ῥαφὴν οὐδεμίαν ἀλλ᾽ ἐξ ἑνὸς ἐοῦσα ὀστέου· ἐφάνη δὲ καὶ γνάθος, καὶ τὸ ἄνω τῆς γνάθου, ἔχουσα ὀδόντας μουνοφυέας, ἐξ ἑνὸς ὀστέου πάντας, τούς τε προσθίους ὀδόντας καὶ τοὺς γομφίους·
- καθώς τα κόκαλα των νεκρών γυμνώθηκαν απ᾽ τις σάρκες (κι οι Πλαταιείς μάζεψαν και σώρευσαν τα κόκαλα αυτά σ᾽ έναν τόπο), βρέθηκε κρανίο που δεν είχε καμιά ραφή, αλλά ήταν μονοκόμματο, μ᾽ ένα κόκαλο όλο κι όλο· κι άλλο φαινόμενο, σαγόνι, που στο πάνω μέρος του όλα τα δόντια έβγαιναν από μια κοινή ρίζα, ένα κόκαλο όλα τους, και τα άλλα δόντια και οι τραπεζίτες·
- Μετάφραση (1995): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- τῶν νεκρῶν περιψιλωθέντων τὰς σάρκας (συνεφόρεον γὰρ τὰ ὀστέα οἱ Πλαταιέες ἐς ἕνα χῶρον) εὑρέθη κεφαλὴ οὐκ ἔχουσα ῥαφὴν οὐδεμίαν ἀλλ᾽ ἐξ ἑνὸς ἐοῦσα ὀστέου· ἐφάνη δὲ καὶ γνάθος, καὶ τὸ ἄνω τῆς γνάθου, ἔχουσα ὀδόντας μουνοφυέας, ἐξ ἑνὸς ὀστέου πάντας, τούς τε προσθίους ὀδόντας καὶ τοὺς γομφίους·
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Βάτραχοι, στίχ. 572 (571-573)
- [ΠΑ. Α’] ἵν᾽ αὐτὸν ἐπιτρίψωμεν. ὦ μιαρὰ φάρυξ, | ὡς ἡδέως ἄν σου λίθῳ τοὺς γομφίους | κόπτοιμ᾽ ἄν, οἷς μου κατέφαγες τὰ φορτία.
- [Α’ ΞΕΝ.] Να τον ταράξουμε. [(Στο Διόνυσο.)] Α, βρε σιχαμένο στόμα, | πώς θα χαρώ να σου τσακίσω μ᾽ ένα κοτρόνι αυτούς τους τραπεζίτες, | που τόση μου μασήσανε πραμάτεια.
- Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα:Τυποβιβλιοτεχνική @greek‑language.gr
- [ΠΑ. Α’] ἵν᾽ αὐτὸν ἐπιτρίψωμεν. ὦ μιαρὰ φάρυξ, | ὡς ἡδέως ἄν σου λίθῳ τοὺς γομφίους | κόπτοιμ᾽ ἄν, οἷς μου κατέφαγες τὰ φορτία.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα, 1, 4.6 @scaife.perseus
- καὶ τοὺς μὲν πρόσθεν ὀδόντας πᾶσι ζῴοις οἵους τέμνειν εἶναι, τοὺς δὲ γομφίους οἵους παρὰ τούτων δεξαμένους λεαίνειν·
- ≠ αντώνυμα: πρόσθιος
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 9 (Καλλιόπη), 83.2
- (μεταφορικά) το δόντι ενός κλειδιού
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσαι, στίχ. 423
- Λακωνίκʼ ἄττα, τρεῖς ἔχοντα γομφίους.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσαι, στίχ. 423
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γομφίος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γομφίος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ξενοφώντα (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)