γονιός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γονιός γονιοί
γενική γονιού γονιών
αιτιατική γονιό γονιούς
κλητική γονιέ γονιοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γονιός < μεσαιωνική ελληνική: γονιός < γονεύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γονιός αρσενικό

  1. ο γονέας