γοργός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | γοργός | η | γοργή | το | γοργό |
| γενική | του | γοργού | της | γοργής | του | γοργού |
| αιτιατική | τον | γοργό | τη | γοργή | το | γοργό |
| κλητική | γοργέ | γοργή | γοργό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | γοργοί | οι | γοργές | τα | γοργά |
| γενική | των | γοργών | των | γοργών | των | γοργών |
| αιτιατική | τους | γοργούς | τις | γοργές | τα | γοργά |
| κλητική | γοργοί | γοργές | γοργά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γοργός < αρχαία ελληνική γοργός < προελληνική
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]γοργός
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- το γοργόν και χάριν έχει: όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | γοργός | ἡ | γοργή | τὸ | γοργόν |
| γενική | τοῦ | γοργοῦ | τῆς | γοργῆς | τοῦ | γοργοῦ |
| δοτική | τῷ | γοργῷ | τῇ | γοργῇ | τῷ | γοργῷ |
| αιτιατική | τὸν | γοργόν | τὴν | γοργήν | τὸ | γοργόν |
| κλητική ὦ! | γοργέ | γοργή | γοργόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | γοργοί | αἱ | γοργαί | τὰ | γοργᾰ́ |
| γενική | τῶν | γοργῶν | τῶν | γοργῶν | τῶν | γοργῶν |
| δοτική | τοῖς | γοργοῖς | ταῖς | γοργαῖς | τοῖς | γοργοῖς |
| αιτιατική | τοὺς | γοργούς | τὰς | γοργᾱ́ς | τὰ | γοργᾰ́ |
| κλητική ὦ! | γοργοί | γοργαί | γοργᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | γοργώ | τὼ | γοργᾱ́ | τὼ | γοργώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | γοργοῖν | τοῖν | γοργαῖν | τοῖν | γοργοῖν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γοργός < προελληνική [1]
Επίθετο
[επεξεργασία]γοργός
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- γοργός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γοργός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)