γουακαμόλε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɣua.kaˈmo.le/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γουα‐κα‐μό‐λε
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γουακαμόλε ουδέτερο άκλιτο
- (γαστρονομία) μεξικάνικη σάλτσα με βάση το αβοκάντο
- ※ Εγώ χρειαζόμουν σάρκα κι αυτή ετοίμαζε τορτίγια με γουακαμόλε ! Ευχαριστούμε αλλά δε θα πάρουμε, μαντάμ!( Σημείωση βικιλεξικού για την κατανόηση του κειμένου: Ο πρωταγωνιστής και αφηγητής είναι γάτα Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης, εκδ. Πατάκης, 2024)
- ※ Δοκίμασε γουακαμόλε (Του άρεσε, το παιδί πανηγύρισε, ώσπου ο Σουκ αποφάνθηκε είναι η μεξικάνικη μελιτζανοσαλάτα. Ο Νικόλας δεν κρατήθηκε, «πώς σου κατέβηκε τώρα αυτό, καμία σχέση».) (Σοφία Νικολαΐδου, Στο τέλος νικάω εγώ, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
- ※ Ο μπουφές ήταν γεμάτος νοστιμιές που κινούνταν στο όριο του αχρείαστου, όπως τα τρία είδη γουακαμόλε, τα σάντουιτς από δύο διαφορετικούς τύπους ντόπιου χειροποίητου ψωμιού και τα αναρίθμητα λουκάνικα. (Άρης Αλεξανδρής, Τρία επί ψυχής, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γκουακαμόλε - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ισπανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα κλασικά νάουατλ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)