Μετάβαση στο περιεχόμενο

γουακαμόλε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Γουακαμόλε

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γουακαμόλε < αγγλική guacamole[1] < ισπανική guacamole < κλασική νάουατλ āhuacamōlli < āhuacatl (αβοκάντο) +‎ mōlli (σάλτσα, ζωμός)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣua.kaˈmo.le/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γουακαμόλε

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γουακαμόλε ουδέτερο άκλιτο

  • (γαστρονομία) μεξικάνικη σάλτσα με βάση το αβοκάντο
      Εγώ χρειαζόμουν σάρκα κι αυτή ετοίμαζε τορτίγια με γουακαμόλε ! Ευχαριστούμε αλλά δε θα πάρουμε, μαντάμ!( Σημείωση βικιλεξικού για την κατανόηση του κειμένου: Ο πρωταγωνιστής και αφηγητής είναι γάτα Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης, εκδ. Πατάκης, 2024)
      Δοκίμασε γουακαμόλε (Του άρεσε, το παιδί πανηγύρισε, ώσπου ο Σουκ αποφάνθηκε είναι η μεξικάνικη μελιτζανοσαλάτα. Ο Νικόλας δεν κρατήθηκε, «πώς σου κατέβηκε τώρα αυτό, καμία σχέση».) (Σοφία Νικολαΐδου, Στο τέλος νικάω εγώ, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
      Ο μπουφές ήταν γεμάτος νοστιμιές που κινούνταν στο όριο του αχρείαστου, όπως τα τρία είδη γουακαμόλε, τα σάντουιτς από δύο διαφορετικούς τύπους ντόπιου χειροποίητου ψωμιού και τα αναρίθμητα λουκάνικα. (Άρης Αλεξανδρής, Τρία επί ψυχής, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. γκουακαμόλε - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)