γουναράδικο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γουναράδικο τα γουναράδικα
      γενική του γουναράδικου των γουναράδικων
    αιτιατική το γουναράδικο τα γουναράδικα
     κλητική γουναράδικο γουναράδικα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γουναράδικο < γουναράς + -άδικο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γουναράδικο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]