Μετάβαση στο περιεχόμενο

γουνός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: γοῦνος, Γούνος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γουνός οἱ γουνοί
      γενική τοῦ γουνοῦ τῶν γουνῶν
      δοτική τῷ γουν τοῖς γουνοῖς
    αιτιατική τὸν γουνόν τοὺς γουνούς
     κλητική ! γουνέ γουνοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γουνώ
γεν-δοτ τοῖν  γουνοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γουνός < προελληνική [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γουνός αρσενικό

  1. (γεωγραφία) ο λόφος, ύψωμα
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 18 (Σ. Ὁπλοποιία.), στίχ. 57
    τὸν μὲν ἐγὼ θρέψασα φυτὸν ὣς γουνῷ ἀλωῆς, // νηυσὶν ἐπιπροέηκα κορωνίσιν Ἴλιον εἴσω // Τρωσὶ μαχησόμενον·
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 99
    ὡς εἰ τῆς Ἀττικῆς ἄλλο ἔθνος καὶ μὴ Ἀθηναῖοι νεμοίατο τὸν γουνὸν τὸν Σουνιακόν
  2. εύφορος, γόνιμος τόπος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]
  1. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.