γουρμάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γουρμάζω < επίθετο γούρμος.

Ρήμα[επεξεργασία]

γουρμάζω

Πρέπει να περιμένεις να γουρμάσουν οι συνθήκες.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]