γουρουνάνθρωπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γουρουνάνθρωπος γουρουνάνθρωποι
γενική γουρουνανθρώπου γουρουνανθρώπων
αιτιατική γουρουνάνθρωπο γουρουνανθρώπους
κλητική γουρουνάνθρωπε γουρουνάνθρωποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γουρουνάνθρωπος < γουρούνι + άνθρωπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γουρουνάνθρωπος αρσενικό

  1. αυτός που έχει συμπεριφορά του γουρουνιού
  2. (μεταφορικά) ο άξεστος, ο χυδαίος, ο βρωμόψυχος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]