γουρουνομαθημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γουρουνομαθημένος < γουρούνι + -μαθημένος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γουρουνομαθημένος, -η, -ο

  1. αυτός που (έχει μάθει να) ζει όπως τα γουρούνια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]