γουρουνοτόμαρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

γουρουνοτόμαρο < γουρούνι + τομάρι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γουρουνοτόμαρο ουδέτερο

  1. η προβιά του γουρουνιού
  2. ο ανήθικος, ο βρωμερός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]